Πέμπτη 23 Μαΐου 2013



Το πείραμα
του Δ. Κούνδουρου

Το 2007 ο Guillermo Vargas Habacuc, ένας αμφισβητούμενος 'καλλιτέχνης', πήρε έναν αδέσποτο σκύλο από το δρόμο, τον μετέφερε σε μια γκαλερί και τον έδεσε σε μια αίθουσα.  Λίγο μακρύτερα απ’ το σημείο που έφτανε το λουρί του ζώου, είχε τοποθετήσει τροφή και νερό.
Το άφησε εκεί κάποιες μέρες. Το σκυλί έμενε νηστικό και διψασμένο να λιμοκτονεί. Για το επόμενο διάστημα οι επισκέπτες γίνονταν μάρτυρες αυτής της βάρβαρης «τέχνης». Παρακολουθούσαν τις αγωνιώδεις αρχικά προσπάθειες του ζώου να πλησιάσει την τροφή, στη συνέχεια την παθητικότητα του, καθώς οι δυνάμεις του (ψυχικές και σωματικές) σταδιακά το εγκατέλειπαν. Παρακολουθούσαν τις λυγμικές κραυγές του που κατέληξαν σε μακρόσυρτο μουρμούρισμα, διακοπτόμενο από μεγάλες σιωπές, όταν το ζώο περιοριζόταν να κοιτάζει τις φιγούρες των δίποδων θεατών, που το κοιτούσαν. Ασφαλώς τα βλέμματα τους ήταν πολύ διαφορετικά. Ασφαλώς ο σκύλος είχε εκείνο το βλέμμα του ζώου, που είχε αποδεχτεί τη μοίρα του (αυτή που του όρισε ο «καλλιτέχνης»), και ασφαλώς οι θεατές θα είχαν το βλέμμα του κουλτουριάρικου ενδιαφέροντος για το «πείραμα». Αργότερα,  σε κάποιο μπαρ, θα συζητούσαν για τη βαρβαρότητα στην τέχνη, πίνοντας το ποτό τους και τσιμπολογώντας σνακς.

Εν τέλει το δύστυχο ζώο πέθανε, (αν και η γκαλερί το διέψευσε μετά από το πλήθος των διαμαρτυριών σε όλο τον κόσμο).
***
Ο «Χ» είναι ένας από τους αμέτρητους πλέον άστεγους. Έχει στήσει τα χαρτόνια του σε βιτρίνα κλειστού μαγαζιού στο κέντρο της Αθήνας. Απέναντι υπάρχει μια στοά που σερβίρει κρέπες, παγωτά, καφέδες. Δεν μιλά για φαγητό. Βολεύεται κάπως με κάποια συσσίτια. Αν και πολλές φορές διστάζει να φύγει απ’ το στέκι του φοβούμενος πως κάποιος άλλος θα το πάρει. Το θεωρεί καλό στέκι, μια που κόβει εκεί ο αέρας όταν φυσά και δεν το πιάνει βροχή. Όταν έχει παρέα, (σπανίως), αναφέρεται συνήθως στις εμπειρίες του. Θυμάται την πρώτη νύχτα του στο δρόμο, όταν η ώρα δεν περνούσε κι αυτός αρνιόταν να πιστέψει ότι πλέον ανήκε στους παρίες αυτής της κοινωνίας, τους αποκαλούμενους άστεγους.  Τη δεύτερη νύχτα είχε φοβηθεί. Ένοιωθε ντροπή, ένοιωθε την διάχυτη περιφρόνηση των περαστικών, όταν προσπερνούσαν και το βλέμμα τους γλιστρούσε πάνω του σαν να μην υπήρχε. Στρουθοκαμηλισμός άραγε; Όσο βράδιαζε τόσο τον πλάκωνε η μοναξιά. Από κοντά κι η πείνα. Τα ελάχιστα κέρματα της ζητιανιάς δεν ήταν λύση. Κούρνιαζε πάνω στα χαρτόνια και σκέπαζε το κεφάλι του με μια λερή κουβέρτα ν’ απομονωθεί. Δεν κοιμόταν. Φοβόταν να κοιμηθεί. Άφηνε μια χαραμάδα για να κοιτάζει έξω. Σκεφτόταν. Κυρίως ήταν η μοναξιά που του ‘φερνε κατάθλιψη. Μέχρι που αποδέχτηκε τη μοίρα του. Πλέον μένει εκεί, στην άδεια βιτρίνα, με βλέμμα άδειο, χαζεύοντας συχνά τους πορευόμενους σε πορείες διαμαρτυρίας να φωνάζουν συνθήματα. Εύχεται μόνο να μη πλακώσουν οι μπάτσοι με τα δακρυγόνα και κάνουν τον τόπο του κρεματόριο.   Άσε που κάτι πιτσιρικάδες πέταξαν πέτρες στη βιτρίνα, τα παλιόπαιδα! Ράγισαν το τζάμι. Ευτυχώς το κρύσταλλο άντεξε. Αλλά βέβαια τρέμει μήπως το συμβάν επαναληφθεί.

***
Τελευταία ο «Χ» είναι λίγο καλλίτερα. Βρήκε  συντροφιά. Ένα γκριζοκάστανο αδέσποτο, πολύ φιλικό. Τον ονόμασε Ντικ, από το γνωστό τραγούδι με την Δημητριάδη. Μιλούν, σχολιάζουν την επικαιρότητα και το βράδυ κοιμάται πολύ καλλίτερα, μια που ο φίλος του κρατάει τσίλιες. Μέχρι που άρχισε να σκάει και κάποια χαμόγελα. Αυτό δημιουργεί αμηχανία, μερικές φορές μάλιστα τρόμο, στους «καλλιτέχνες» του κοινωνικού πειράματος που ζούμε στις μέρες μας.

***